top of page

Νομίζω ότι έφτασε ο καιρός…

  • chriskoutsaftispsy
  • Mar 9
  • 9 min read

11:42. Χτύπησε το κινητό. Συνήθως τα τηλεφωνήματα για δουλειά έρχονται το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ. Αυτό όχι.


Άγνωστος αριθμός. Το σήκωσα.


— Παρακαλώ;— Εεε… Καλημέρα σας. Ο κος Κουτσαύτης;

Η φωνή ήταν νεανική, μα διστακτική. Σαν να κρατούσε πίσω μια ανάσα.

— Ναι, εγώ είμαι.— Ήθελα να κλείσω ένα ραντεβού. Δεν είμαι σίγουρη αν... Δηλαδή δεν ξέρω ακριβώς πώς πάει αυτό.— Οκ. Σας έχει συστήσει κάποιος; Πώς με βρήκατε;


Οι τυπικές πληροφορίες με έναν μαγικό τρόπο πάντα βοηθούσαν να σπάσει ο πάγος της έκθεσης. Μια παύση. Ήχος σαν ανάσα από τσιγάρο.


— Ναι… μου έδωσε το τηλέφωνο σας η φίλη μου, που ρώτησε τη θεραπεύτρια της για έναν συνάδελφο… να δείτε πώς την λένε… Ελένη κάτι… δεν θυμάμαι νομίζω το επίθετο της… κάπου το έχω γραμμένο…μισό να το ψάξω…


Η φωνή της θύμιζε σχολιαρόπαιδο που την ρώτησε ο καθηγητής με το αυστηρό του ύφος “Αλεξίου πότε έγινε η συνθήκη των Σεβρών;” και ο Αλεξίου έψαχνα στην άβυσσο της μνήμης του να θυμηθεί σε ποια σελίδα της Ιστορίας το είχε (;) διαβάσει αυτό. Γνώριμο για εμένα κόμπιασμα.


— Δεν έχει σημασία! Είναι οκ να μην θυμάστε! Σας έχει συστήσει μια συνάδελφος σε εμένα. Πώς είναι το όνομα σας;

—Σωστά! Λίζα Πουλημένου λέγομαι, το ξέχασα να σας το πω!

—Πείτε μου, πως μπορώ να σας βοηθήσω κα. Πουλημένου. 


Κι άλλη παύση. Με λίγο “εεε…” μέσα αυτή. Χωρίς ανάσα!


— Ξέρετε, δεν έχω ξαναπάει σε ψυχολόγο. Για την ακρίβεια δεν ξέρω αν χρειάζεται, αλλά μου λένε ολοένα και πιο πολλοί ότι θα με βοηθούσε ή ότι πρέπει.


Αμήχανο γελάκι και μια άγαρμπη προσπάθεια να διακωμωδίσει τόσο την κατάσταση όσο και τον εαυτό της. Ίσως και να τον απαξιώσει.


—(χαχα) Δεν ξέρω μπορεί και να έχω τρελαθεί και να μην το έχω πάρει χαμπάρι. Έτσι δεν γίνεται συνήθως? 


Θα ήταν εύκολο να πεταχτώ με ένα “μα τι λέτε τώρα, δεν είστε τρελή, είστε μια χαρά, για αυτό με πέρνετε τηλέφωνο για να….μπλα μπλα, μπλα, μπλα!” Αλλά θα παρενέβαινα. 


—Για την ακρίβεια θα ήθελα να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία. Νομίζω ότι έφτασε ο καιρός. Σαν να μην πηγαίνει άλλο. Έχω πιεστεί. Νομίζω ότι αυτό είναι, έχω πιεστεί. 


Η φωνή της έτρεμε λίγο. Όχι από κλάμα. Από συγκράτηση και αναστολή. Σαν να μην είχαν ξαναβγεί αυτές οι λέξεις από το στόμα της. Τουλάχιστον όχι δυνατά. Αυτές οι σκέψεις που είναι λεπτομερέστατες και ισχυρές και έχουν πλούσιο περιεχόμενο και ποικίλα ποιοτικά χαρακτηριστικά - συνήθως αρνητικά - αλλά είναι άηχες, χωρίς αντίκρισμα, χωρίς αντίλογο, χωρίς να μοιράζονται αλλά καταλαμβάνοντας όλο το χώρο του μυαλού. Άκουσα τη βαθειά γεμάτη θάρρος ανάσα που με προετοίμαζε για αυτό που θα ερχόταν.


—Ξέρετε χώρισα, μάλλον, τον προηγούμενο μήνα και δεν είμαι καλά. Με έχει ενοχλήσει πάρα πολύ τελικά. Σαν να μην μπορώ να το ξεπεράσω. Αυτό θα ήθελα, να βρω έναν τρόπο να το ξεπεράσω και να μπορώ να είμαι καλά. Να βρω λίγο πάλι τον εαυτό μου γιατί νομίζω ότι έχω πιάσει πάτο. 

—Ένας χωρισμός δεν είναι εύκολος. Θέλετε να μου πείτε τί έχει συμβεί.;Έχετε λίγο χρόνο τώρα?

—Ναι μπορώ αλλά από πού να ξεκινήσω έχουν γίνει τόσα πολλά. Κοιτάχτε, με τον Κώστα είμαστε μαζί… είμασταν μαζί - να είδατε δεν το έχω συνηθίσει ακόμη - δυο χρόνια. Είμαστε και εμείς ζευγάρι της καραντίνας! {ξανά αμήχανο γελάκι} Ξέρετε αυτά τα ζευγάρια που είναι καταδικασμένα να μην λειτουργήσει η σχέση. Μου το έλεγε συχνά ότι δεν θα τον αντέξω και ότι θα τον χωρίσω και ότι δεν είναι κατάλληλος άνθρωπος για σχέσεις. Η αλήθεια είναι ότι μου το έλεγε από την αρχή, Δεν το πίστευα, γιατί νόμιζα ότι τα έλεγε περισσότερο παιχνιδιάρικα με σκοπό να με κάνει να αισθανθώ ασφάλεια γιατί ήξερε ο Κώστας ότι δεν κάνω εύκολα σχέσεις. Ξέχασα να σας πω ότι γνωριζόμασταν και από πριν. Κάπως. Είναι…ήταν… όχι ακόμη είναι, είναι φίλος με τον σύντροφο μιας καλής μου φίλης και έτσι κάναμε λίγο παρέα προτού προκύψει το μεταξύ μας. 


Ξαφνικά ο δισταγμός και η αναστολή σαν να εξαφανίστηκαν, σαν να ψιθύρισε κάποιος στο αυτί της Λίζας ότι οκ επιτρέπεται να τα πεις αυτά. Μπορείς να το κάνεις γιατί αυτά έχουν σημασία. Συνέχισε λοιπόν ακάθεκτη και χειμαρρώδης.


—“Μάλλον του άρεσα του Κώστα από πιο νωρίς γιατί είχε ρωτήσει την Κλαίρη για εμένα αν είμαι ελεύθερη, τι σόι άτομο είμαι και τα σχετικά αλλά η Κλαίρη του είχε πει ότι δεν μ’ αρέσει η δέσμευση και ότι είμαι ελεύθερο πνεύμα και κάτι τέτοια και να… αυτά πληρώνω τώρα. 

Ο Κώστας λοιπόν  το έλεγε από την αρχή ότι δεν είναι για σχέσεις και ότι θα τον βαρεθώ γρήγορα γιατί δεν είναι πολύ ενδιαφέρον τύπος, και ότι ναι μεν του αρέσω και ότι με θέλει αλλά εγώ θα τον βαρεθώ γρήγορα γιατί δεν κάνει πολλά πράγματα πέραν της δουλειάς του και ότι τώρα στη καραντίνα είναι λογικό να μου φαίνονται μια χαρά και οκ αυτά που κάνει γιατί γενικά δεν κάνουμε τίποτα και ότι το παραμικρό μας φαίνεται κάτι. 


Σε κάποια στιγμή νόμιζα ότι θα σκάσει γιατί είχε πάρει φόρα και δεν διέκρινα καμία παύση ούτε καν για να πάρει ανάσα. Απ’ ότι φάνηκε μόνο εγώ το παρατήρησα αυτό γιατί μετά από μια γρήγορη (αλλά ουσιαστική) εισπνοή η Λίζα συνέχισε.


—Εγώ δεν το καταλάβαινα αυτό. Σας είπα ότι μου φαινόταν και κάπως γλυκό, κάπως σαν να προσπαθούσε να με φλερτάρει χωρίς να με πιέσει. Έτσι  το έπαιρνα εγώ. Τέλος πάντων, τα φτιάξαμε με τον Κώστα και όλα πήγαιναν σούπερ. Πολύ έρωτας. Ή έτσι φαινόταν. Ήμασταν και οι δυο σε αναστολή εργασίας, ξέρετε λόγω πανδημίας, και βγαίναμε κάθε μέρα. “Βγαίναμε”… δίναμε ραντεβού στο Super Market για ψώνια και μετά περπάτημα. Αυτό το φοβερό “Κωδικός 6”. Δεν ξέρω πόσα μηνύματα έχω στείλει, εκατοντάδες, μπορεί και χιλιάδες! Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, αλήθεια σας λέω. Ήδη προτού τελειώσει η καραντίνα μέναμε σχεδόν μαζί.

Επειδή ο Κώστας είναι…ήταν, άντε πάλι, είναι οδηγός  τροφοδοσίας και χρειαζόταν να ξυπνάει πολύ πρωί για τη δουλειά είχα πάει και έμενα σπίτι του. Ξεκίνησε πρώτος δουλειά ο Κώστας, μετά την καραντίνα, και μετά εγώ και πήραμε την απόφαση να μένουμε σπίτι του. Στην αρχή μου είχε φανεί βιαστικό αλλά πάλι όχι και τόσο πολύ γιατί δεν είμαστε δα και τίποτα παιδιά. Τι κακό θα μπορούσε να γίνει. Και ήταν τόσο καλός. Μου έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού του και μου είχε πει: “‘Ό,τι κάνεις σπίτι σου και όπως θες να είναι το σπίτι σου μπορείς να το κάνεις εδώ”. Ήταν πολύ καλός. Το μόνο πρόβλημα, που δεν ήταν στην αρχή, ήταν ότι το σπίτι του είναι στο Μαρούσι. Εγώ μένω στην Αργυρούπολη. Οκέι το ξέρω ότι δεν είναι τίποτα αν βγεις Περιφερειακό σε τριάντα λεπτά είσαι πάνω. Εξάλλου το δικό μου ωράριο είναι πιο ευέλικτο από του Κώστα. 

Δεν σας είπα εγώ είμαι αισθητικός και δουλεύω σε ένα Ινστιτούτο Ομορφιάς στην Αργυρούπολη. Εγώ φτιάχνω το πρόγραμμα μου και τις ώρες που δουλεύω ανάλογα τα ραντεβού που έχω, Είναι πολύ καλή η Νατάσσα, η ιδιοκτήτρια του Ινστιτούτου”. 

Είναι σύνηθες μη πω σχεδόν σίγουρο όταν αισθανθούμε ασφαλείς να γινόμαστε χειμαρρώδης και λεπτομερέστατοι στο λόγο μας. Αν μας δωθεί και ο χώρος και χρόνος τότε γίνεται ακόμη πιο εύκολο. Το σημαντικότερο όμως είναι αν αυτή η φωνούλα που μας ψιθυρίζει στο αυτί μας πει τις μαγικές λέξεις “Αυτό επιτρέπεται” τότε η όλη φάση απογειώνεται. Σχεδόν τη διέκοψα. 


—Συγγνώμη, κα. Πουλημένου, πόσο χρονών είστε;

—Ναι σωστά! 34 και αυτό ξέχασα να σας το πω. Το ξέρω κάνω σαν παιδί, δεν θα έπρεπε να αισθάνομαι έτσι.

—Όχι καθόλου! Τα συναισθήματα μας δεν εξαρτώνται από την ηλικία μας. Να σας ρωτήσω πότε ξεκίνησαν τα προβλήματα; Τι ήταν αυτό που έγινε και αποφασίσατε να τελειώσετε τη σχέση σας; 

—ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ;


Το ερωτηματικό εδώ έσκασε σαν τσεκούρι ξυλοκόπου ο οποίος πελεκάει τον κορμό του έλατου που θέλει μεμιάς να γκρεμίσει. Αλλά όταν λέμε για ξυλοκόπο μιλάμε για αυτούς τους φοβερούς ορεσίβιους τύπους με πλάτες σαν αεροδρόμια και χέρια που μοιάζουν με τους τετρακέφαλους των περισσότερων αστών επαγγελματιών. Τέτοιος ήταν ο γδούπος! 


—Δεν αποφασίσαμε. Αποφάσισε. Και απλά μου το είπε!!


Η φωνή τώρα είχε γίνει ξυράφι. Κανένα κόμπιασμα. Συνέχισε¨


—Κοιτάχτε. Περίπου ένα χρόνο τώρα ο Κώστας άρχισε να αλλάζει. Δεν ήταν το ίδιο τρυφερός και φροντιστικός. Άρχισε να είναι πιο αδιάφορος. Μου έλεγε συχνά ότι είναι κουρασμένος και ότι δεν έχει όρεξη όταν του πρότεινα να κάνουμε πράγματα. Από το να δούμε μια ταινία μέχρι να πάμε διακοπές ή ένα διήμερο μαζί κάπου. Δεν είχε όρεξη. Εγώ νόμιζα ότι όντως είναι έτσι και δεν τον πίεζα παραπάνω ούτε του έλεγα κάτι. Δεν με ενδιέφερε κιόλας πολύ! Μου άρεσε που είμασταν το περισσότερο διάστημα σπίτι. Και εγώ δεν είμαι κάνα party animal. Μια χαρά πέρναγα μαζί του. Απλά ήταν σαν να μη μου έδινε καμία σημασία.

 Εγώ πήγαινα καθόμουν δίπλα του, τον αγκάλιαζα, τον φίλαγα αλλά συνέχεια μου έλεγε να τον αφήσω και ότι δουλεύει όλη μέρα και ότι είναι κουρασμένος, ξέρετε τώρα τέτοια. Τον άφηνα δεν επέμενα. Ίσα ίσα που εγώ προσπαθούσα να τον διευκολύνω.”


Μου ήταν ξεκάθαρο πλέον πώς αισθανόταν ο Κώστας και τί ήθελε. Όσο περισσότερο άκουγα τη Λίζα, η οποία συνέχισε να μιλάει ανετότατα για τον πρώην σύντροφο της, τόσο περισσότερο έμπαινα στα παπούτσια του και αισθανόμουν τη βαρεμάρα του! Η ίδια συνέχισε για κάνα 5λεπτο ακόμη να αφηγείται περιπτώσεις της καθημερινότητας τους όπου η Λίζα ήταν η σταθερά εκεί για τον σύντροφο της και διαθέσιμη να καλύψει τις ανάγκες του και ικανοποιήσει τα θέλω του και ο Κώστας να είναι από αδιάφορος έως εντελώς απών. Δεν “άκουγα” όμως τη Λίζα σε όλο αυτό. Την ξαναδιέκοψα.


—Να σας ρωτήσω, τι έγινε και χωρίσατε;

—Ήρθε μια μέρα από τη δουλειά και μου είπε ότι πρέπει να μιλήσουμε και ότι δεν περνάει καλά και ότι είναι πιεσμένος και ότι δεν ξέρει αν μπορεί να συνεχίσει έτσι και ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να μέναμε λίγο χώρια. Στην αρχή μου είχε πει βέβαια να μέναμε και λίγο στα σπίτια μας, ξέρετε ο καθένας στο δικό του με το πρόσχημα ότι εγώ κουράζομαι να κάνω το Αργυρούπολη - Μαρούσι. Ποτέ δεν του το είχα πει αυτό, δεν είχα γκρινιάξει ποτέ για την απόσταση. Κουραστικό δεν λέω αλλά ήμουν οκ…


Πλέον επιβαλλόταν να τη διακόψω.


—Και τί έγινε μετά; Σας είπε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι. Τον ρωτήσατε εσείς κάτι για αυτό; Τί του είπατε εσείς;


Αυτό ήταν! Ο Yalom περιέγραφε τον εαυτό του ως τον “Δήμιο του Έρωτα” μέσα από το βιβλίο του. Εγώ εκείνη την ώρα έγινα σίγουρα ο Δήμιος του Διαλόγου. Παγερή Σιωπή. Η Λίζα μετά από κάποια δεύετερα ψέλλισε ένα “τι… τι εννοείτε” Και πάλι σιωπή. Έκανε ανέλπιδες προσπάθειες να σπάσει την αμηχανία της στιγμής με σκέψεις τύπου “τι να του πω;”, “μου ήρθε ξαφνικό;” “ναι ίσως θα ΄πρεπε…” που δεν ήταν ικανές να παρακάμψουν την διστακτικότητα που έκανε ξανά την εμφάνιση της. Πήρα πάλι το λόγο. 


—Για να καταλάβω λίγο καλύτερα, εσείς εξ αρχής θέλατε για παράδειγμα να μετακομίσετε στο Μαρούσι; 

—“Τί εννοείτε;” την άκουσα να λέει.


“Ωχ, βιάστηκες” σκέφτηκα. “ Μαλακία, την κλείδωσες παραπάνω.” Η Λίζα ξεκίνησε εκ νέου να μου μιλάει σχεδόν μονολεκτικά με τον δισταγμό και την σχεδόν τρεμάμενη φωνή που είχε στην αρχή του τηλεφωνήματος μας. Δεν ήταν πλέον λαλίστατη ούτε έδινε πληροφορίες για τον εαυτό της ενώ με μεγάλη ευκολία απόφευγε να αναφερθεί σε οτιδήποτε είχε να κάνει με τον εαυτό της. 


—Δεν μιλάει πολύ ο Κώστας. Ποτέ δεν μίλαγε. Δεν θα είχε νόημα να τον ρωτήσω. Θα τον πίεζα. Δεν τα κάνω εγώ αυτά.


Βρήκα την ευκαιρία.

—Πιστεύετε ότι είναι πίεση να ρωτήσετε τον σύντροφο σας γιατί σας ζητάει κάτι;

—Για κάτι τέτοιο, ναι! Τί δεν είναι πίεση;

—Ενώ δεν θεωρείτε ότι είναι πιεστικό για εσάς να δέχεστε τέτοιες ερωτήσεις από τον σύντροφο σας;

—Όχι εγώ θα του έλεγα

—Άρα να υποθέσω ότι δεν έχετε καταλάβει τον λόγο που χωρίσατε; Απλά ότι αυτό ήθελε ο Κώστας. Σωστά;

—Εεε ναι. Αφού μου το ζήτησε. Τι θα έπρεπε να κάνω εγώ;


Είχαν ήδη περάσει 20 λεπτά που μιλάγαμε στο τηλέφωνο και μόνo στα τελευταία 20’’-30’’ “άκουγα” τη Λίζα. Game on! “Δεν με πήρες τηλεφωνο για τον Κώστα και για κανένα Κώστα”, σκέφτηκα, “για εσένα με πέρες τηλέφωνο” εκεί θα πάμε τώρα. 

—Γιατί να πρέπει να κάνετε κάτι; Δεν με έχει πάρει ο Κώστας τηλέφωνο αλλά εσείς. Πώς αισθάνεστε που τελειώσετε η σχέση σας. 

—Σκατά…, συγγνώμη χάλια, πώς να αισθάνομαι!

—Και τί σκέφτεστε για αυτό;

—Ότι μάλλον τον πίεσα και τον έχασα. Εγώ φταίω!

—Δηλαδή ήταν πρόθεση σας να τελειώσει η σχέση σας; 

—Όχι βέβαια!

—Άρα δεν φταίτε εσείς. Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω αν φταίει κάποιος, και δεν έχει νόημα. Γενικότερα έχετε παρατηρήσει να κατηγορείτε συχνά τον εαυτό σας όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά ή όπως θέλετε; 

—Συνήθως έτσι γίνεται. Αφού από τα δικά μου χέρια περνάνε τα πράγματα που με αφορούν. Αυτό δεν λέτε εσείς οι Ψυχολόγοι;

—Ναι το συνηθίζουμε, αλλά όχι ακριβώς έτσι. Είναι άλλο να ορίζουμε εμείς τη σκέψη μας τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας και άλλο να έχουμε πειστεί για κάτι που δεν ισχύει. Και αρχίζει να φαίνεται ότι πιθανότατα κάτι τέτοιο συμβαίνει εδώ. Ακούγεται σαν να έχετε πειστεί, ότι φέρεται το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης στις σχέσεις σας. Είναι έτσι ή το καταλαβαίνω λάθος;

—Δεν ξέρω αλλά, ναι πρώτα θα σκεφτώ τι έχω κάνει εγώ λάθος σε μια σχέση μου. Και στη δουλειά συμβαίνει αυτό! 

—Πως δηλαδή το έχετε παρατηρήσει;

—Αν μια κοπέλα έχει κάποιο πρόβλημα με τα ραντεβού της και τον χώρο (μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο 3 κοπέλες) θα σκεφτώ πρώτα αν εγώ έκανα κάποιο λάθος με το δικό μου πρόγραμμα και τη δυσκόλεψα. 

—Κατάλαβα. Αυτό είναι κάτι που το θυμάστε από παλιά; Το θυμάστε να το σκέφτεστε έτσι και σαν παιδί; 

—Ναι μάλλον. Πάντως σίγουρα δεν αντιμιλούσα! Όχι μωρέ καλόβολη ήμουν. Εκεί που με βάζανε, εκεί καθόμουν! Το θυμάμαι να μου το λέει η μάνα μου αυτό!!

….


12:26. Σημείωσα το όνομα της στην ατζέντα μου και της έδωσα μια διαθεσιμη ώρα. Δεν ήξερα αν θα έρθει. Ποτέ δεν ξέρεις στην πρώτη φορά. Αλλά είχε κάνει το πρώτο βήμα. Και μερικές φορές, αυτό είναι ολόκληρη η αρχή.

 
 
bottom of page