top of page

Καλύτερα να μην φαίνομαι

  • chriskoutsaftispsy
  • Mar 9
  • 5 min read

16:00 

Χτύπησε το κουδούνι. Πάντα στην ώρα του ο Κώστας, συνεπής και παρών. Από τις λίγες φορές που κάποιος στους έξι μήνες θεραπείας δεν έχει χάσει ούτε ακυρώσει καμία συνεδρία΄ και πάντα στην ώρα του. 


- Καλησπέρα Κώστα!

- Γεια σου. Τί κάνεις? Δεν άργησα? Σωστά?

- Όχι Κώστα, ακριβώς στην ώρα σου, όπως πάντα!


Ακουγόταν σαν ρουτίνα χαιρετίσματος που ίσχυε σχεδόν πάντα. Κάπως στερεοτυπικά αλλά συνάμα χιουμοριστικά ήταν ο τρόπος του Κώστα να με χαιρετάει και να προσπαθεί ακόμη και μετά από έξι γεμάτους μήνες σχέσης να προσπαθεί να σπάσει τον πάγο. 


- Έλα κάτσε. Πώς είσαι?

- Καλά, τα ίδια.

- Πώς ήταν η εβδομάδα σου? Πώς πήγε την Παρασκευή, θυμάμαι θα έβγαινες.

- Τα ίδια, ξέρεις τώρα. Για ένα χαλαρό ποτάκι πήγαμε. 

- Ωραία. Πώς πέρασες?

- Ωραία, ωραία ήταν…ήσυχα!


Βολεύτηκε κάπως καλύτερα στην πολυθρόνα. Τώρα το “βολεύτηκε” είναι μια κουβέντα. Έβαλε το μικρό backpack πίσω από τα πόδια του σχεδόν το έκρυψε ένωσε τα πάδια του ευλαβικά  και ακούμπησε τα χέρια του στα γόνατα του. Στο ένα χέρι κράταγε τον καφέ του κάνοντας το δεξί του γόνατο αυτοσχέδιο τραπεζάκι. Θυμάμαι πριν κάνα 2μηνο του είχα πει αυθόρμητα να αφήσει τον καφέ του στο coffee table ανάμεσα μας. Τι το ήθελα…αναψοκοκκίνησε ψέλισσε “όχι δεν χρειάζεται…και ξέρεις μη λερώνω τώρα… εντάξει είμαι, σε ευχαριστώ πολύ… κανονικά δεν θα έπρεπε να φέρνω τον καφέ μου πάνω…”. Κάναμε τότε τη συμφωνία ότι θα φέρνει τον καφέ του στις συναντήσεις μας και ότι θα τον αφήνει στο τραπεζάκι “για αυτό λέγεται coffee table Κώστα!”. Τον έφερνε, δεν τον είχε ακουμπήσει ούτε μια φορά! 


- Τι εννοείς ήσυχα? Ήσασταν μεγάλη παρέα?

- Ξέρεις σώα οι γνωστοί από τη σχολή. 

- Και πώς ήταν αυτή η έξοδος για εσένα? Έκανες παρέα με τους άλλους?

- Ναι, ναι. Τα γνωστά. Νομίζω ότι μίλαγα περισσότερο αυτή τη φορά.

- Οκ. Καλό ακούγεται. Πώς ήταν για εσένα. 

- Καλό αλλά λίγο. Πάλι δίσταζα να πω αυτό που ήθελα. Να πάλι σκεφτόμουν τί θα πω και πώς θα το πω και αν οι άλλοι…


Χαμήλωσε το βλέμμα, ήπιε μια ρουφηξιά καφέ. Είδα το στήθος του να φουσκώνει πάλι. Βαθειά ανάσα, σχεδόν χωρίς εκπνοή. Κράταγε όλο τον αέρα μέσα του σαν να μην ήθελε να τον αμολήσει και προκαλέσει κανέναν τυφώνα μέσα στο γραφείο. Είναι ενοχλητικό εξάλλου να “φυσάμε και να ξεφυσάμε λες και είμαστε ατμομηχανές” ήταν τα λόγια του σε μια άλλη μας κουβέντα. 


- Αν οι άλλοι τί;

Παύση. Το ήξερα τι ακολουθούσε. Το ίδιο pattern, ίδια ακριβώς θέση στο μοτίβο — η πρόταση που δεν τελειώνει ποτέ. Έξι μήνες και είχα μάθει να μην την τελειώνω εγώ.

- Αν θα τους φανώ βαρετός. Αν πω κάτι και γελάσουν. Ή χειρότερα, αν δεν πουν τίποτα.

- Και τι έγινε τελικά; Είπες κάτι; 

- Είπα. Κάτι για μια ταινία που είδα. Το είπα έτσι… σιγά. 

- Σιγά πώς;

- Ξέρεις. Σαν να μην το είπα και πολύ. Σαν να μπορούσαν να μην το ακούσουν αν ήθελαν.


Το είπε με ένα μισό χαμόγελο. Δεν ήταν χιούμορ — ήταν κάτι πιο παλιό από χιούμορ. Ήταν η περιγραφή ενός ανθρώπου που έχει εξασκηθεί τόσα χρόνια στο να παίρνει όσο λιγότερο χώρο γίνεται που πλέον το κάνει αυτόματα, χωρίς να το σκέφτεται. Σαν να έχει ρυθμίσει τη φωνή του στο "ίσα που ακούγομαι".


- Κώστα, θυμάσαι την περασμένη φορά που μιλήσαμε για αυτή τη σκέψη — ότι αν πεις κάτι και δεν αρέσει, αυτό σημαίνει κάτι για σένα ως άτομο;

- Ναι.

- Τι σημαίνει; Αν σου συνέβαινε αυτό εκεί την Παρασκευή, τι θα έλεγε ο Κώστας μέσα στο κεφάλι του;

- Ότι είμαι βαρετός. Ότι δεν έχω τίποτα ενδιαφέρον να πω.

- Και αν είσαι βαρετός; 

- Τότε καλύτερα να μην φαίνομαι. Να μην προσπαθώ καν.


Το είπε ήρεμα. Χωρίς δράμα, χωρίς πόνο στη φωνή. Σαν να ήταν μια διαπίστωση που την είχε κάνει από καιρό και είχε συνηθίσει να ζει μαζί της. Αυτό ήταν που με χτύπησε περισσότερο — όχι τι είπε, αλλά πόσο εύκολα το είπε.


- Πόσα χρόνια το λες αυτό στον εαυτό σου;

- Δεν ξέρω. Πολλά.


Άλλη παύση. Αυτή τη φορά δεν βιάστηκα να τη γεμίσω.

- Από πότε θυμάσαι να νιώθεις έτσι; Ότι καλύτερα να μην φαίνεσαι;

- Από το γυμνάσιο νομίζω. Ίσως και πιο πριν. Δεν ήξερα τότε ακριβώς γιατί. Ήξερα ότι αν έμενα αθόρυβος ήμουν ασφαλής. Αν δεν τραβούσα την προσοχή… δεν θα χρειαζόταν να εξηγήσω τίποτα.


Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Ήξερα — και ήξερε ότι ήξερα — τι εννοούσε. Τα είχαμε πει. Τα χρόνια που προσπαθούσε να καταλάβει κάτι για τον εαυτό του που δεν είχε λέξη ακόμα. Που ακόμα και όταν βρήκε τη λέξη, φοβόταν να τη φωνάξει, να την επικοινωνήσει, να τη μοιραστεί. Το "αθόρυβος" δεν ήταν ιδιοσυγκρασία — ήταν στρατηγική επιβίωσης. Και όπως όλες οι στρατηγικές επιβίωσης, ενώ κάνουν τη δουλειά τους για πολύ καιρό, φτάνει το σημείο που μένει μόνος ο στρατηγός χωρίς πόλεμο να ψάχνει να βρει τον εχθρό του. Τώρα απλώς είχε μείνει, σαν παλιό έπιπλο που δεν χρειάζεσαι αλλά δεν το έχεις πετάξει ποτέ.


- Κώστα, αυτό που έκανες την Παρασκευή — το ότι μίλησες για την ταινία, έστω και σιγά — το είχαμε πει ως άσκηση. Θυμάσαι τι συμφωνήσαμε;

- Να πω κάτι. Οτιδήποτε. Έστω μια πρόταση.

- Και;

- Και το είπα.

- Και τι έγινε;

- Ο Θανάσης το άκουσε. Είπε "α ναι, καλή είναι αυτή". Και μετά αλλάξαμε θέμα.


Με κοίταξε. Και νομίζω κατάλαβε μόνος του πού πήγαινα.

- Δεν γέλασε κανείς.

- Όχι.

- Δεν έγινε τίποτα.

- Όχι. Τίποτα. Απλά… συνεχίσαμε.


Το "τίποτα" το είπε με μια έκφραση που δεν ήξερα αν ήταν ανακούφιση ή απορία. Ίσως και τα δύο. Γιατί όταν έχεις χτίσει ολόκληρο σύστημα πεποιθήσεων γύρω από έναν φόβο, και ο φόβος δεν επαληθευτεί, δεν νιώθεις αμέσως ελευθερία. Νιώθεις κάτι πιο αμήχανο — σαν να σου πήραν ένα βάρος που το είχες συνηθίσει τόσο πολύ που δεν το ένιωθες πια.


- Άρα η πρόβλεψη σου ήταν ότι θα γελούσαν ή δεν θα σε άκουγαν.

- Ναι.

- Και τι έγινε στην πραγματικότητα;

- Με άκουσαν. Και δεν γέλασαν.

- Τι σου λέει αυτό;


Σηκώθηκε ελαφρά το βλέμμα του. Όχι πολύ — ο Κώστας δεν έκανε ποτέ μεγάλες κινήσεις. Αλλά το σήκωσε.


-Ότι ίσως… δεν είμαι τόσο βαρετός όσο νομίζω;

Το είπε σαν ερώτηση. Δεν το διόρθωσα σε δήλωση. Δεν χρειαζόταν — το είχε πει μόνος του και αυτό ήταν αρκετό για σήμερα.

- Τι θα έλεγες να το δοκιμάσεις ξανά την επόμενη φορά; Όχι σιγά αυτή τη φορά.

Έφτιαξε λίγο το ύφος του. Δεν είπε "ναι" αμέσως — ο Κώστας δεν έλεγε ποτέ "ναι" αμέσως. Ήπιε μια γουλιά καφέ. Σκέφτηκε.

- Θα προσπαθήσω.

Και για τον Κώστα, αυτό ήταν πολύ.

Έκλεισε πίσω του η πόρτα στις 17:00 ακριβώς. Κοίταξα τον καφέ του στο coffee table. Τον είχε αφήσει εκεί, στα μισά της συνεδρίας, χωρίς να το πει, χωρίς να το παρατηρήσει. Χωρίς να λερώσει.

Ίσως ούτε ο ίδιος το κατάλαβε.

 
 
bottom of page